Στοιχηματική θεωρία

Διαχείριση κεφαλαίου, κάβα στο στοίχημα

Ας πάρουμε ως δεδομένο ότι υπάρχουν δύο κατηγορίες παικτών στο στοίχημα: εκείνοι που παίζουν αραιά και που για χαβαλέ απλά για τη χαρά του παιχνιδιού με στόχο να τους κάτσει μια «καλή» και να βγάλουν χρήματα από το πουθενά κι εκείνοι που το προσεγγίζουν πιο σοβαρά προσδοκώντας μακροχρόνιο κέρδος στο στοίχημα.

Οσοι αποφασίσουν να βρίσκονται στη δεύτερη κατηγορία οφείλουν να ακολουθήσουν ορισμένους κανόνες, κυρίως ως προς τη διαχείριση του κεφαλαίου τους (Bankroll management), την κάβα τους δηλαδή. Οπως αποδεικνύεται η διαχείριση παίζει πολλές φορές σημαντικότερο ρόλο ακόμα και από τα καλά προγνωστικά στοιχήματος που ενδέχεται να έχει ένας παίκτης.

Με το πέρασμα των χρόνων γίνεται όλο και πιο επαγγελματικό το stoixima, με αποτέλεσμα όσοι ασχολούνται μ’ αυτό να δανείζονται μεθόδους που επιφέρουν κέρδη από άλλα τυχερά παιχνίδια, όπως είναι τα παιχνίδια καζίνο ή το χρηματιστήριο. Παρακάτω θα δούμε ποιοι είναι οι πιο συνηθισμένοι τρόποι για να διαχειριστεί κάποιος την κάβα του, το κεφάλαιό του, στο στοιχημα.

Η διαχείριση της κάβας στο στοίχημα

Για να φτάσουμε, όμως, στους τρόπους που υπάρχουν ώστε να διαχειριστεί κάποιος σωστά την κάβα του, θα πρέπει να αναφέρουμε κάποιους «κανόνες» ακόμα: είναι σημαντικό ο κάθε παίκτης να ορίσει ποια θα είναι η σεζόν του. Είναι πολύ δύσκολο για οποιονδήποτε, ακόμα και για τους πιο επαγγελματίες παίκτες στοιχήματος, να… επιβιώσουν και να έχουν κέρδη αν παίζουν 12 μήνες το χρόνο. Οι περισσότεροι σταματούν 1-2 μήνες: άλλοι τους καλοκαιρινούς (μαζί με όλα τα μεγάλα πρωταθλήματα), άλλοι Δεκέμβρη-Ιανουάριο. Αυτό εξαρτάται από τα πρωταθλήματα που παρακολουθεί ο καθένας.

Από ‘κει και πέρα, οφείλει να ορίσει από την αρχή και την κάβα του. Να πει ότι για το επόμενο 10μηνο έχω να σπαταλήσω, για παράδειγμα, 300 ευρώ ή 500 ευρώ, ή 1.000 ευρώ ανάλογα με το… πορτοφόλι του καθενός. Τέλος, είναι αναγκαίο να κρατάει αρχείο. Να σημειώνει, δηλαδή, αναλυτικά, τι παίζει, πόσα χρήματα παίζει, τα αποτελέσματα των αγώνων, το ROI (Return On Investment), έτσι ώστε να ξέρει ανά πάσα ώρα και στιγμή που βρίσκεται. Αυτός είναι ο «οδηγός» του για να εξελιχθεί ομαλά μια στοιχηματική σεζόν.

Σε όλα όσα αναφέρουμε θα πρέπει να προσθέσουμε ότι στο στοίχημα παίζει τεράστιο ρόλο εκτός από τη διαχείριση του κεφαλαίου και η διαχείριση των συναισθημάτων. Είτε μετά από νίκες, είτε μετά από ήττες. Ας δούμε αναλυτικότερα τους τρόπους που υπάρχουν για τη σωστή διαχείριση του κεφαλαίου.

Ισόποσο ποντάρισμα

Είναι όταν ο παίκτης κάνει το ίδιο ποντάρισμα σε κάθε στοίχημα που παίζει. Αποφασίζει πριν από την έναρξη της σεζόν, έχοντας στο μυαλό του και τη συνολική κάβα που διαθέτει, ότι όποιο stoihima επιλέγει, ανεξαρτήτως απόδοσης, θα κάνει ισόποσο ποντάρισμα. Στην περίπτωση, όμως, που επιλέξει τον συγκεκριμένο τρόπο, θα πρέπει να τον ακολουθήσει μέχρι το τέλος της στοιχηματικής του σεζόν και να μην τον αλλάξει κατά τη διάρκειά της.

Συνήθως όσοι επιλέγουν το συγκεκριμένο τρόπο για να διαχειριστούν το κεφάλαιό τους επιλέγουν μονά αποδεκτά ματς και σε μεσαίες αποδόσεις. Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή κάποιος επιλέξει να παίζει το ίδιο ποσό και σε μονά αποδεκτά και σε παρολί (από δύο παιχνίδια και πάνω) και σε funbets (ακριβή σκορ, κ.λπ.), αυξάνονται πολύ οι πιθανότητες να εμφανίσει χασούρα στο τέλος της σεζόν.

Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή επιλέξει να κάνει ισόποσα πονταρίσματα, σε αποδόσεις από 2.00 έως 2.50, είναι πολύ περισσότερες οι πιθανότητες στο τέλος της σεζόν το ποσό που θα είχε στην κάβα του να πλησιάζει πολύ (είτε προς τα πάνω, είτε προς τα κάτω) το αντίστοιχο ποσό που είχε ξεκινήσει τη σεζόν.

Στοίχημα με μονάδες

Τον συγκεκριμένο τρόπο τον επιλέγουν συνήθως όσοι έχουν αρκετά χρόνια εμπειρίας στην πλάτη τους. Θα καταλάβετε παρακάτω το γιατί. Ουσιαστικά είναι ποντάρισμα σε μονάδες και μεγαλώνει ή μειώνεται (το ποντάρισμα) ανάλογα με το πόσο δύσκολο ή εύκολο θεωρεί ο παίκτης ότι είναι το στοίχημα που έχει επιλέξει. Συγκεκριμένα, υπάρχει βαθμολόγηση από το 1 μέχρι το 10 (που θεωρείται το ανώτατο όριο).

Αν, για παράδειγμα, βλέπει ένα σημείο πολύ πιθανό να επιβεβαιωθεί κάνει ποντάρισμα 8/10 ή 9/10 μονάδες (οι 10/10 μονάδες είναι αρκετά σπάνιο να παιχτούν όσο σίγουρος κι αν είναι ο παίκτης), ενώ αντίθετα, αν θεωρεί ότι έχει μικρότερες πιθανότητες επιβεβαίωσης κάνει ποντάρισμα στα 4/10 ή 5/10. Εξαρτάται και από την απόδοση. Ένα funbet, για παράδειγμα, που έχει απόδοση 8.00 είναι λογικό να παίζεται με 2 ή 3/10 μονάδες.

Από ‘κει και πέρα, ο καθένας ανάλογα με το πορτοφόλι του και την αρχική κάβα του, ορίζει σε τι ποσό αντιστοιχούν οι μονάδες. Αν, για παράδειγμα, το πλήρες ποντάρισμα σε μονάδες (10/10) είναι 10 ευρώ, κάθε μονάδα αντιστοιχεί σε 1 ευρώ.

Γράφουμε παραπάνω πως ο συγκεκριμένος τρόπος επιλέγεται συνήθως από έμπειρους παίκτες, ακριβώς επειδή είναι πολύ δύσκολο να αξιολογηθεί από οποιονδήποτε πόσο δύσκολο ή πόσο εύκολο είναι να περάσει ένα ματς και άρα να κάνει το ανάλογο ποντάρισμα. Είναι κάτι που ουσιαστικά δεν μαθαίνεται ποτέ, δεν υπάρχει κανόνας, και μπορεί κάποιος να αξιολογήσει τι είναι πιθανό και τι όχι μέσα από την τριβή του με το στοίχημα.

Πρέπει να αναφερθεί επίσης ότι σπάνια γίνονται πονταρίσματα 10/10 μονάδων, πολύ απλά επειδή είναι πολύ δύσκολο κάποιος να είναι απόλυτα σίγουρος ότι θα έρθει το συγκεκριμένο σημείο. Οι πιο έμπειροι λένε ότι από την αρχική εκτίμηση που κάνει ο παίκτης, σχεδόν πάντα κατεβάζει μία μονάδα στο ποντάρισμά του. Αν, δηλαδή, η μελέτη που έκανε βγάζει ότι πρέπει να βάλει 7/10 μονάδες σε ένα συγκεκριμένο σημείο, τότε βάζει 6/10 μονάδες στο παιχνίδι του.

Ποντάρισμα σε ποσοστά

Η συγκεκριμένη τακτική εφαρμόζεται από τον παίκτη ανάλογα με το αρχικό του κεφάλαιο. Από τη στιγμή που ορίζει στην έναρξη της στοιχηματικής του σεζόν την κάβα του, στη συνέχεια κάνει πονταρίσματα ποσοστιαία ανάλογα μ’ αυτήν. Με τον τρόπο αυτό, αυξάνει ή μειώνει ποσοστιαία το ποντάρισμά του ανάλογα με τη δική του φόρμα, αν δηλαδή πηγαίνει καλά στις προβλέψεις του ή όχι.

Συνήθως, οι περισσότεροι παίζουν κάθε φορά το 2% με 3% του κεφαλαίου τους σε κάθε ποντάρισμα που κάνουν. Αυτό, βέβαια, ενδέχεται να αλλάξει και εξαρτάται και από το πόσο συχνά παίζει κάποιος στοίχημα. Αν, για παράδειγμα, παίζει κάθε μέρα και παραπάνω από ένα στοιχήματα, τότε προφανώς θα πρέπει να ρίξει το ποσοστό επί τοις εκατό σε σχέση με την αρχική του κάβα.

Επίσης, πολλοί αυξάνουν το ποσοστό σε περίπτωση που έχουν ρέντα. Από το 3%, δηλαδή, μπορεί να πάνε στο 5%. Οι ειδικοί λένε ότι μακροχρόνια δεν συμφέρει τον παίκτη να αυξήσει περισσότερο από 5% το ποντάρισμά του. Θα έχει κάνει κακή διαχείριση κεφαλαίο (Bankroll management) και στο τέλος της σεζόν είναι πολύ πιθανό να βρει στην κάβα του με αρνητικό πρόσημο.

Προοδευτικό ποντάρισμα

Είναι ένας τρόπος που σε παλαιότερες εποχές, όταν το στοίχημα δεν είχε εξελιχθεί τόσο πολύ, ήταν περισσότερο διαδεδομένος. Ο παίκτης στηρίζεται πολύ στις προβλέψεις του και παίζει λιγότερο με την απόδοση, έχοντας ως στόχο να κάνει μια καλή κάβα από το ξεκίνημα. Παίζει μόνο σε μονά αποδεκτά παιχνίδια.

Ο συγκεκριμένος τρόπος «δουλεύει» με τον εξής τρόπο: ο παίκτης διαλέγει ένα σημείο σε σχετικά μικρή απόδοση, πάνω-κάτω στο 1.50. Και ας πούμε ότι ποντάρει στο πρώτο του σημείο 1 ευρώ. Σε περίπτωση νίκης θα πάρει 1.50 ευρώ. Στο επόμενο παιχνίδι, στην ίδια απόδοση, θα ποντάρει 1.50 ευρώ, τα κέρδη δηλαδή από το προηγούμενο. Αν κερδίσει παίρνει 2.25 και η ιστορία συνεχίζεται κάπως έτσι. Στόχος είναι να φτάσει στις 15 σερί νίκες ώστε να πάρει 450 ευρώ. Αν έχει επιλέξει το αρχικό του ποντάρισμα να είναι 10 ευρώ, τότε θα πάρει 4.500 ευρώ.

Όλα αυτά ΑΝ πιάσει και τα 15 ματς. Δεν είναι καθόλου εύκολο έστω κι αν πρόκειται για μικρά σημεία, που θεωρητικά έχουν αρκετά μεγάλες πιθανότητες επιβεβαίωσης. Προφανώς αν χάσει κάποιο στη σειρά, χάνει ό,τι έχει κερδίσει, αλλά και το αρχικό ποντάρισμά του, που είναι θεωρητικά μικρό.

Υπάρχουν, βέβαια, και οι… εναλλακτικοί τύποι ή πιο συντηρητικοί: φτάνουν σε ένα σεβαστό ποσό κέρδους, ίσως μετά από 7 ή 8 διαδοχικές σωστές προβλέψεις και μετά σταματούν έχοντας βγάλει ένα καλό κέρδος. Και πάλι, όμως, δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται, να κάνει κάποιος 8 σερί σωστές προβλέψεις, έστω κι αν τα σημεία που επιλέγει είναι καλά διαβασμένα και έχουν καλές πιθανότητες επιβεβαίωσης.