Στοιχηματική θεωρία

Γκανιότα στο στοίχημα: Τι είναι και πως υπολογίζεται

Ενας από τους πιο διαδεδομένους όρους στο στοίχημα είναι η γκανιότα. Ως όρος υπάρχει πολλά χρόνια, όμως τα τελευταία που το στοίχημα αποκτά όλο και περισσότερους σοβαρούς παίκτες (και όχι απαραίτητα επαγγελματίες), η λέξη γκανιότα όλο και περισσότερο ακούγεται στις κουβέντες που γίνονται ανάμεσα στους παίκτες του στοιχήματος και αφορούν τις στοιχηματικές.

Το παράδοξο, όμως, είναι ότι πολλοί ακόμα δεν έχουν καταλάβει τι είναι και τι ακριβώς εξυπηρετεί. Ως μια πρώτη πολύ απλή εξήγηση μπορούμε να δώσουμε τον εξής ορισμό: γκανιότα είναι το σίγουρο κέρδος που βγάζει η στοιχηματική εταιρία (μπουκ) από ένα γεγονός που προσφέρει για στοιχηματισμό, ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμά του. Παρακάτω θα εξηγήσουμε με περισσότερες λεπτομέρειες και παραδείγματα πως δουλεύει όλο αυτό.

Τι είναι η γκανιότα στο στοίχημα

Ο μπουκ σε κάθε αγορά που έχει προς στοιχηματισμό, σε οποιοδήποτε άθλημα, υπολογίζει ένα ποσοστό κέρδους δικού του, μέσα από τις αποδόσεις που προσφέρει. Το συγκεκριμένο ποσοστό δεν είναι ίδιο σε όλες τις στοιχηματικές , ενώ δεν είναι καν ίδιο ανάμεσα στις αγορές της ίδιας της εταιρίας. Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, που μπορεί να είναι είτε από το πόσο δημοφιλές είναι ένα άθλημα, μέχρι και ποιο είναι αυτό το άθλημα.

Πως υπολογίζουμε τη γκανιότα

Πλέον, με το διαδικτυακό στοίχημα να γνωρίζει πολύ μεγάλη άνθηση, μπορεί κάποιος να βρει στο ίντερνετ ιστοσελίδες που υπολογίζουν αυτόματα τη γκανιότα, χωρίς ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος να μπει στη διαδικασία των πράξεων. Από ‘κει και πέρα, όμως, δεν είναι και… επιστήμη το να βρει κάποιος μόνος του τη γκανιότα σε μια αγορά, εξάλλου και τα εργαλεία που αναφέραμε παραπάνω πάνω σε έναν συγκεκριμένο τύπο πατούν.

Συγκεκριμένα, ο πιο εύκολος τρόπος υπολογισμού της γκανιότας είναι ο εξής:

1 διά απόδοση άσου + 1 διά απόδοση Χ + 1 διά απόδοση διπλού. Ο αριθμός που θα προκύψει πολλαπλασιάζεται με το 100.

Ο συγκεκριμένος τύπος αφορά ένα γεγονός με τρία σημεία (1-Χ-2). Το ίδιο γίνεται και στις αγορές με δύο σημεία (μπάσκετ, ή under/over, κ.λπ.):

1 διά απόδοση άσου + 1 διά απόδοση διπλού

Παραδείγματα

Για να καταλάβουμε πως λειτουργεί παραπάνω τύπος θα δούμε δύο παραδείγματα, ένα με τρία σημεία και ένα με δύο. Ας υποθέσουμε ότι η ομάδα Α δίνεται στο 2.50, η ισοπαλία στο 3.30 και η ομάδα Β στο 2.80. Θεωρητικά, αν δεν υπήρχε γκανιότα, χρησιμοποιώντας τον παραπάνω τύπο, το αποτέλεσμα με τις αποδόσεις θα έπρεπε να βγαίνει στο 100%. Πάμε να δούμε, όμως, ότι δεν θα βγει 100%:

1 διά 2.50 συν 1 διά 3.30 συν 1 διά 2.80

Ο υπολογισμός βγάζει 0.4 συν 0.3 συν 0.357. Δηλαδή 1.057. Πολλαπλασιάζοντάς το με το 100 βγάζουμε αποτέλεσμα 105.7.Που σημαίνει πως η γκανιότα στο συγκεκριμένο παιχνίδι είναι 5.7%. Αυτό το 5.7% είναι το κέρδος του μπουκ, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του αγώνα.

Ομοίως και όταν έχουμε δύο γεγονότα. Ας υποθέσουμε ότι σε έναν αγώνα μπάσκετ η ομάδα Α δίνει 1.90 και η ομάδα Β δίνει επίσης 1.90. Κανονικά, από τη στιγμή που μιλάμε για δύο σημεία, το ποσοστό να κερδίσουμε είναι 50%. Αρα, οι αποδόσεις θα έπρεπε να είναι 2.00 για την ομάδα Α και 2.00 για την ομάδα Β. Όπως θα δούμε και από την παρακάτω πράξη, η διαφορά που θα προκύψει είναι η γκανιότα, το σίγουρο κέρδος του μπουκ:

1 διά 1.90 συν 1 διά 1.90 μας κάνει 0.526 συν 0.526. Δηλαδή 1.052. Επί 100 ίσον 105.2. Αρα η γκανιότα είναι στο 5.2%.

Τι πρέπει να κοιτάζει ο παίκτης

Είναι πολύ σημαντικό για κάποιον που παίζει στοίχημα, να γνωρίζει τη γκανιότα της στοιχηματικής εταιρίας που ποντάρει τα χρήματά του, ώστε να πετύχει το στόχο που είναι το κέρδος στο στοίχημα. Όπως προκύπτει απ’ όλα όσα αναλύσαμε παραπάνω, όσο μεγαλύτερη γκανιότα έχει η εταιρία, τόσα περισσότερο κέρδος έχει σε σχέση με την τσέπη του παίκτη που ποντάρει. Μία καλή γκανιότα που συμφέρει τον παίκτη είναι από 5 εώς 7%. Από εκεί και πάνω το παιχνίδι γίνεται ασύμφορο για τον παίκτη του στοιχήματος.

Από ‘κει και πέρα, είναι προφανές πως όσα περισσότερα παιχνίδια βάζει ο παίκτης στο δελτίο του, τόσο μεγαλύτερη είναι η γκανιότα, ή αλλιώς, τόσα περισσότερα χρήματα «χαρίζει» στην στοιχηματική εταιρία/στον μπουκ. Η γκανιότα στα παρολί πολλαπλασιάζεται και κάνει τον μπουκ να… τρίβει τα χέρια του. Γι’ αυτό, άλλωστε, πολλές στοιχηματικές τα τελευταία χρόνια προσφέρουν έτοιμα παρολί στον παίκτη, ώστε να «τσιμπήσει» και να ποντάρει σε πολλά γεγονότα ταυτόχρονα. Ο καλύτερος τρόπος για να πετύχει ένας παίκτης χαμηλή γκανιότα είναι να παίζει μονά αποδεκτά.

Μηδενική γκανιότα

Επειδή ο ανταγωνισμός είναι πλέον πολύ μεγάλος και οι στοιχηματικές αυξάνονται συνεχώς, είναι λογικό ο κάθε μπουκ να κάνει βάζει στην στρατηγική του διάφορες προσφορές, ώστε να προσελκύσει περισσότερους πελάτες. Μία από αυτή είναι η μηδενική γκανιότα. Αυτό σημαίνει ότι επιλέγει ορισμένα ματς του προγράμματος (συνήθως αυτά που έτσι κι αλλιώς θα κάνουν μεγάλο τζίρο) και εξαφανίζει τη γκανιότα, μεγαλώνοντας τις προσφερόμενες αποδόσεις. Αυτό προφανώς εξυπηρετεί τον παίκτη που αγοράζει μεγαλύτερες αποδόσεις, αλλά μην νομίζετε ότι οι στοιχηματικές χάνουν. Είναι τέτοια τα ματς που επιλέγουν, που γνωρίζουν ότι θα πάρουν τζίρο και στα τρία σημεία, άρα τα κέρδη θα είναι έτσι κι αλλιώς δεδομένα.